Μεταρρυθμισμός

Μεταρρυθμισμός (ο), ουσ.

Η πράξη της αντικατάστασης των δημοσίων υπαλλήλων από εργολάβους του δημοσίου.
[λόγ. μεταρρυθμ(ιστικός) -ισμός]

Μέγα Σοσιαλδημοκρατικό Λεξικό της Νεοελληνικής – Εκδόσεις «Φανούρης»

Ετικέτες:

Σχολίασε άφοβα...

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: